κλέφτικος


κλέφτικος
[клефтикос] εκ. ворованый

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κλέφτικος" в других словарях:

  • κλέφτικος — η, ο και κλέφτικός, ή, ό [κλέφτης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κλέφτη ή στην κλοπή, επιρρεπής στην κλοπή, ληστρικός, λωποδύτικος («κλέφτικος γάτος») 2. (επί τουρκοκρατίας) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους κλέφτες, τις ελληνικές… …   Dictionary of Greek

  • κλέφτικος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κλέφτη ή στους κλέφτες στην τουρκοκρατία: Έχουμε πολλά κλέφτικα τραγούδια. 2. αυτός που ρέπει στην κλοπή: Αυτό το παιδί είναι κλέφτικο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Tsamiko — The Tsamiko (Greek: Τσάμικος, Tsamikos) is a popular traditional dance of Greece. The name literally means dance of the Chams. It is also known as Kleftikos (Greek: Κλέφτικος), literally meaning dance of the Klephts . Contents …   Wikipedia

  • κλέφτης — Κορυφή (1.846 μ.) του Σμόλικα, στο δυτικό άκρο του. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού Ιωαννίνων, ΒΑ της Κόνιτσας. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946 49), το ύψωμα έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στους Έλληνες. Το καλοκαίρι …   Dictionary of Greek

  • κλεπτικός — ή, ό (Α κλεπτικός, ή, όν) νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αρμόζει στον κλέφτη, ο επιρρεπής ή επιδέξιος στο κλέψιμο, ο κλέφτικος αρχ. 1. λογοκλοπικός, αυτός που αναφέρεται σε λογοκλόπο 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ κλεπτική (ενν. τέχνη) η τέχνη τής κλοπής, η… …   Dictionary of Greek

  • τραγούδι — το, Ν 1. μελοποιημένοι στίχοι ποιήματος που τραγουδιούνται, άσμα (α. «ελαφρό τραγούδι» β. «λαϊκό τραγούδι» γ. «έντεχνο τραγούδι») 2. ποίημα («τραγούδια τής ξενιτιάς») 3. συνεκδ. κελάηδημα πουλιού 4. φρ. α) «δημοτικά τραγούδια» βλ. δημοτικός β)… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Λαϊκός πολιτισμός — ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Λαϊκός πολιτισμός είναι το σύνολο των εκδηλώσεων του βίου του λαού –υλικού και πνευματικού– οι οποίες έχουν χαρακτήρα ομαδικό και τελούνταν κατά παράδοση από τον αγροτικό πληθυσμό και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των …   Dictionary of Greek